Image default
AUTO MOTOPLUS

Πρίγκιπες της ασφάλτου, 80’s Η χρυσή δεκαετία που άλλαξε τα πάντα

Η δεκαετία του 1980 θεωρείται θεμελιώδης στην ιστορία των σπορ μοτοσυκλετών για τον λόγο ότι μπήκαν δυναμικά οι Ιάπωνες στο παιχνίδι. Πριν από το ’80 μπορεί να κατασκεύαζαν πολύ ισχυρούς κινητήρες αλλά όλα τα υπόλοιπα τμήματα έπασχαν, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους κατασκευαστές που είχαν συνήθως το αντίθετο πρόβλημα: όχι τόσο δυνατούς κινητήρες, αλλά ποιοτικά και αποδοτικά περιφερειακά.

Τη δεκαετία του ’80 γίνεται η σωστή ανάμιξη κι από τις δυο πλευρές, κυρίως όμως στο Ιαπωνικό στρατόπεδο. Κείμενο: Βασίλης Αντζουλάτος

Η δεκαετία του ’80 ήταν για τη μοτοσυκλέτα μια πολύ δημιουργική και παραγωγική περίοδος. Οι Ιάπωνες κατασκευαστές έδιναν μια μεγάλη μάχη για να κυριαρχήσουν σε έναν τομέα – των σπορ μοτοσυκλετών – στον οποίο μέχρι τότε δεν είχαν επιδείξει ιδιαίτερες επιτυχίες, ούτε την αποτελεσματικότητα που είχαν σε άλλες κατηγορίες μοτοσυκλετών.

Οι γιαπωνέζικες μοτοσυκλέτες ήταν ισχυρές, με καλούς κινητήρες – ειδικά εκείνες με τους τετρακύλινδρους σε σειρά που εξελίσσονταν ολοένα και περισσότερο – αλλά δεν πετύχαιναν τη σταθερότητα των ευρωπαϊκών μοτοσυκλετών που με πολύ λιγότερο ισχυρούς κινητήρες, τα κατάφερναν σαφώς καλύτερα και στην οδική συμπεριφορά και στο φρενάρισμα και στις αναρτήσεις.

Η κατάσταση άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, με την άφιξη μιας νέας γενιάς Ιαπωνικών μοτοσυκλετών με ελαφρύτερα πλαίσια και βελτιωμένα εξαρτήματα, κατασκευασμένα από ιαπωνικές εταιρίες, οι οποίες έκαναν ένα τεράστιο άλμα προς τα εμπρός σε τομείς όπως οι αναρτήσεις ή τα φρένα. Η τεχνογνωσία από τους αγώνες του Παγκοσμίου έβρισκε σιγά-σιγά το δρόμο της προς τα μοντέλα παραγωγής.

Το 1985 είναι ένα κομβικό έτος γιατί τότε εμφανίζονται τα δίχρονα 500άρια Yamaha RD και Suzuki RG, αλλά παράλληλα βλέπουμε και τα Yamaha FZ750 με κινητήρα πέντε βαλβίδων και Suzuki GSX-R750 με αλουμινένιο πλαίσιο. Τα δυο πρώτα αποτέλεσαν το “κύκνειο άσμα” και την ταφόπλακα των δίχρονων κινητήρων, κλείνοντας έτσι ένα μεγάλο δίλημμα-κεφάλαιο (δίχρονο ή τετράχρονο) στην ιστορία των σπορ μοτοσυκλετών. Αντίστοιχα, το Yamaha FZ750 άνοιξε την πόρτα για τις τεχνολογικές εφαρμογές ακόμα και τις ακριβότερες, ενώ το Suzuki GSX-R 750 έσπασε το φράγμα που διαχώριζε τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες από αυτές της παραγωγής.

Yamaha RD350LC, 1980

Ξεκινάμε με μια μοτοσυκλέτα που άφησε ιστορία όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και τον κόσμο. Δεκάδες αναβάτες “ενηλικιώθηκαν” πάνω στον δυνατό, “τρελό” δίχρονο δικύλινδρο κινητήρα που έμπαινε απότομα στην περιοχή υψηλής απόδοσής του με τα άλογα να τινάζονται αφηνιασμένα στις υψηλές στροφές.

Δεν ήταν ούτε το πιο εντυπωσιακό σε εμφάνιση, ούτε είχε δα τόσα πολλά κυβικά. Με λογικές διαστάσεις, κοντά στους 47 ίππους (όσους έχει σήμερα το Honda CB 500X…), αλλά με βάρος λίγο παραπάνω από τα 150 κιλά.

Βγήκε στην παραγωγή το 1980 και παρέμεινε στην αγορά σε διάφορες εκδόσεις μέχρι το 1986. Πέρα από την εμφάνισή του, εξίσου εμβληματική ήταν η πίσω ανάρτηση monoshock, αλλά και το σύστημα ελέγχου των θυρίδων εξαγωγής YPVS. Περιέργως, το “Γουάι-Πι-Βι-Ες” ήξεραν να το λένε όλοι – “γραμματιζούμενοι και αγράμματοι” – και να το προφέρουν σωστά!

Τόσο μεγάλη ήταν η επιρροή του στην ελληνική μοτοσυκλέτα: είχαν μάθει όλοι Αγγλικά! Οι Άγγλοι κι οι Αμερικάνοι αντίστοιχα αποκαλούσαν τα RD 350 …“Έλση”, από το LC… Κινητήρας – Ιπποδύναμη: Δίχρονος, 2κυλίνδρος σε σειρά, 347 cc, 47 hp στις 8.500 rpm. Βάρος: 154 (κενή)

Kawasaki GPZ900R, 1984

To Kawasaki GPZ900R, έγινε πιο γνωστό σαν Ninja 900 και παρέμεινε στην παραγωγή για 20 σχεδόν χρόνια! Η τετρακύλινδρη σε σειρά 908 cc των 115 ίππων ήταν μια επαναστατική μοτοσυκλέτα που ανέβασε τον πήχη σε πολύ ψηλά επίπεδα. Η πρώτη υγρόψυκτη 16βάλβιδη σε σειρά μοτοσυκλέτα που ξεπερνούσε τα 240 km/h τελικής παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό το 1983, δέκα χρόνια μετά την εμβληματική Kawasaki Z900 και έγινε η ταχύτερη μοτοσυκλέτα της αγοράς.

Το πλαίσιο δεν είχε παραδοσιακή διάταξη, αφού η Kawasaki προτίμησε να εξοπλίσει την 900 με ένα πλαίσιο με κεντρική σωλήνα-ραχοκοκαλιά και τον κινητήρα κρεμασμένο, σαν ενεργό τμήμα του. Επίσης, ακολούθησε τη μόδα της εποχής, με σύστημα αντι-βύθισης στο πιρούνι, προοδευτική πίσω ανάρτηση και μπροστινό τροχό 16 ιντσών.
Το GPZ900R ήταν ο προπομπός της έκρηξης των ιαπωνικών superbike που έμελλε να ακολουθήσει. Ήταν η πρώτη γιαπωνέζικη μοτοσυκλέτα που δεν είχε μόνο πολύ ισχυρό κινητήρα, αλλά που, χάρη σε αντίστοιχων επιδόσεων πλαίσιο και εξαρτήματα, πλησίαζε το επίπεδο των αντίστοιχων ευρωπαϊκών.
Κινητήρας – Ιπποδύναμη: Τετράχρονος, 4κύλινδρος σε σειρά, 908 cc, 115 hp στις 9.500 rpm. Βάρος: 228 κιλά (κενή)

Yamaha RD500, 1984

Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας αρχίζει να γίνεται και πάλι δημοφιλές μετά από διάλειμμα μιας δεκαετίας περίπου (ύστερα από το 1967, οπότε η Honda είχε αποσυρθεί από τους αγώνες).

Oι Yamaha και Suzuki κερδίζουν τους τίτλους της μεγάλης κατηγορίας των 500 cc από το ’75 μέχρι το ’82 με δίχρονες μοτοσυκλέτες, η Honda επιστρέφει στις αρχές της δεκαετίας του ’80, κι ο κόσμος παρακολουθεί τρομερές μάχες μεταξύ των Barry Sheene, Marco Lucchinelli, Kenny Roberts, Freddie Spencer και  Eddie Lawson.

Παραδοσιακά, η κορυφαία κατηγορία του Παγκοσμίου είχε κινητήρες 500 κυβικών, οι οποίοι ήταν δίχρονοι και πανίσχυροι. Σαν Race Replica παρουσιάστηκε στα μέσα του ’80 η Yamaha RD 500 που διέθετε έναν τετρακύλινδρο κινητήρα με δύο στροφαλοφόρους άξονες και κυλίνδρους σε διάταξη V, με τα καρμπυρατέρ στο κέντρο του V (ο κινητήρας φώλιαζε μέσα σε ένα εμφανές περιμετρικό πλαίσιο).

Το μεγάλο RD απέδιδε 88 ίππους μεν αλλά είχε χάσει το μεγάλο στοίχημα, εξαιτίας του βάρους του –  ήταν κοντά στα 200 κιλά γεμάτο. Η τιμή αγοράς του 500 λόγω της  “εξωτικής αύρας” του ήταν υψηλή και η ιποδύναμή του ήταν η χαμηλότερη των μεγάλων τετράχρονων τετρακύλιδρων.

Λέγεται πως αν η 500 της Yamaha είχε πετύχει τον σκοπό της δείχνοντας τις πραγματικές αξίες των δίχρονων κινητήρων (μεγάλη ιπποδύναμη – μικρό βάρος) οι τετράχρονες superbike θα τα είχαν βρει πολύ σκούρα στο δρόμο για την παγκόσμια επιβολή τους, κι ότι θα υπήρχαν κι άλλοι κατασκευαστές που θα την ακολουθούσαν με μεγάλα δίχρονα μοντέλα παραγωγής. Κινητήρας – Ιπποδύναμη: Δίχρονος, 4κύλινδρος V με δύο στροφάλους, 499 cc, 88 hp στις 9.500 rpm, Βάρος: 180 κιλά (κενή)

Suzuki RG500 Gamma, 1985

Ακολουθώντας το δρόμο της Yamaha με το τετρακύλινδρο RD 500, η Suzuki πήρε μια ακόμα φορά τη σκυτάλη, δημιουργώντας μια παρόμοια μοτοσυκλέτα αλλά με υψηλότερες επιδόσεις και ακόμη μικρότερο βάρος. Ο σχεδιασμός του κινητήρα, όπως είχε συμβεί με την αντίπαλό της Yamaha, βασίστηκε στη μοτοσυκλέτα των Grand Prix, η οποία είχε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ύπαρξης περιστροφικών βαλβίδων εισαγωγής πάνω σε έναν “τετράγωνο” κινητήρα.

Ήταν ένα σύστημα που απέδιδε μεν αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε πολύ στα μοντέλα παραγωγής. Η RG500 Gamma είχε το ίδιο όνομα με αγωνιστικά μοντέλα και ήταν μια προηγμένη τεχνολογικά μοτοσυκλέτα, με στιβαρό αλουμινένιο περιμετρικό πλαίσιο και μονή ανάρτηση Full-Floater.

Χρησιμοποιούσε τετρακύλινδρο δίχρονο κινητήρα διάταξης Square Four (δυο κύλινδροι σε σειρά μπροστά και δυο πίσω), αλλά αντιμετώπισε τα ίδια προβλήματα όπως και το RD 500 της γενιάς του, λόγω της υψηλής τιμής, της υψηλής κατανάλωσης, και κυρίως του γεγονότος ότι παρά τη μεγάλη οικονομία που είχε γίνει στον τομέα του βάρους, τα οφέλη τελικά δεν ήταν πολύ περισσότερα από αυτά των μεγάλων τετράχρονων μοτοσυκλετών στην πράξη. Κινητήρας – Ιπποδύναμη: Δίχρονος, 4κύλινδρος square four, 498 cc, 95 hp στις rpm. Βάρος: 156 κιλά (κενή)

Honda CBR600F, 1987

Μεσαίου κυβισμού σπορ μοτοσυκλέτες υπήρχαν και πριν τον ερχομό του CBR600F. Η Honda όμως κατάφερε να συνδυάσει πολλά στοιχεία μαζί. Έφερε την υγρόψυξη και ο κινητήρας ήταν πολύ ισχυρός για τα supersport της εποχής.

H αεροδυναμική του 600 ήταν “απόλυτη”, με πλαστικά να καλύπτουν τα πάντα, το πλαίσιο ήταν διπλής ραχοκοκαλιάς περιμετρικό, η ανάρτηση μονή πίσω, οι τροχοί 17 ιντσών και η εξάτμιση 4 σε 1.

Ο κινητήρας ήταν φυσικά τετρακύλινδρος σε σειρά και 16βάλβιδος με 6άρι σασμάν. Με 10 κιλά λιγότερα από τον κοντινότερο ανταγωνιστή, το Honda CBR600F έκανε τη ζυγαριά να δείχνει 182 κιλά (άδειο) τη στιγμή που ο κινητήρας του κατάφερνε να αποδίδει 85 ίππους. Συγκρίνετε αυτά τα νούμερα με τα αντίστοιχα των δίχρονων RD 500 και RG 500 και θα καταλάβετε γιατί το CBR600F έκανε την επανάστασή του (και τα δίχρονα 500άρια χαντακώθηκαν).
Κινητήρας – Ιπποδύναμη: Τετράχρονος, 4κύλινδρος σε σειρά, 598 cc, 85 hp στις 9.500 rpm. Βάρος: 182 κιλά (κενή)

ΠΗΓΗ ΑΡΘΡΟΥ https://motorbike.gr/

SLIDE-SHOW ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ Πρίγκιπες της ασφάλτου, 80’s – HELLENIC MOTO CLUB

Related posts

Αλλάζουν όλα στους δρόμους-Άμεσα με SMS οι κλήσεις στους παραβάτες

ARGOLIDA-PROMO

Χρυσοί Σκούφοι 2024: Τα καλύτερα εστιατόρια της Ελλάδας

ARGOLIDA-PROMO

Η Μανιάτη Σοφίλια στο “HEREYA OPEN”στη Σόφια της Βουλγαρίας

ARGOLIDA-PROMO

Leave a Comment